Перейти к содержимому

Στα ορεινά ποντιόφωνα χωριά του Όφεως, με τα Μελένια Λεμόνια. Ιούνιος 2026

georgia dim

0:00 / 0:00

Στα ορεινά ποντιόφωνα χωριά του Όφεως, με τα Μελένια Λεμόνια. Ιούνιος 2026

1 137 просмотров · 1 месяц назад
georgia dim
680 подписчиков
1 137 просмотров · 1 месяц назад
Στην ελληνική αρχαιότητα και κατά τους βυζαντινούς/μεταβυζαντινούς χρόνους, ο ποταμός που διασχίζει τη σημερινή κοιλάδα Solaklı Vadisi ονομαζόταν Όφις, λόγω της ελικοειδούς πορείας του που θύμιζε φίδι. Ολόκληρη η περιοχή του Όφεως, περίπου 52 χλμ. ανατολικά της Τραπεζούντας, ιστορικά γνωστή ως Οφιτική, πήρε το όνομά της από αυτόν ακριβώς τον ποταμό. Ο Όφις έχει μήκος περίπου 80 χιλιόμετρα, πηγάζει ψηλά από τις παγετωνικές λίμνες στα όρη Σογανλί (Soğanlı Dağları), υψόμετρο έως και 2.750 μέτρων, περνά από την Τσαϊκάρα (Κατωχώρι) και το Ντερνέκπαζαρι, και εκβάλλει στον Εύξεινο Πόντο, ακριβώς στην παραθαλάσσια πόλη του Of. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, προτού κατασκευαστούν σύγχρονοι δρόμοι στην κοιλάδα, ο ποταμός χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά ξυλείας (κορμών) από τα πυκνά δάση των βουνών κατευθείαν προς το λιμάνι του Όφεως. Είναι πασίγνωστος για την πλούσια πανίδα του, ιδιαίτερα για την κόκκινη ποταμοστρογγυλή πέστροφα. Η κοιλαδα του Όφεως αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς ιστορικούς και πολιτισμικούς άξονες του ανατολικού Πόντου. Το πέρασμα του Σογανλί αποτελεί τη φυσική διάβαση που χρησιμοποιείται διαχρονικά για τη σύνδεση των παραλίων με την ενδοχώρα (προς το Μπαϊμπούρτ) και υπήρξε κομμάτι του αρχαίου Δρόμου του Μεταξιού. Είναι μια περιοχή με εξαιρετικά ανώμαλο έδαφος, χαράδρες και λαγκάδια. Παραδοσιακά χωρίζεται σε διάφορους οικισμούς, ορισμένοι από τους οποίους κατοικούνταν από Έλληνες χριστιανούς, ενώ άλλοι από Έλληνες που εξισλαμίστηκαν τον 17ο αιώνα — οι γνωστοί Οφίτες ή Οφλήδες. Ανεξαρτήτως θρησκείας, το σύνολο των κατοίκων της περιοχής χρησιμοποιούσε την οφιτική ποντιακή διάλεκτο, τα τοπικά Ρωμαίικα, η οποία έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα σε πολλά ορεινά χωριά. Μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας το 1461, η απομονωμένη ορεινή φύση της κοιλάδας του Όφι επέτρεψε στους ντόπιους να διατηρήσουν για δεκαετίες τη χριστιανική τους ταυτότητα, πριν λάβουν χώρα σταδιακοί εξισλαμισμοί τους επόμενους αιώνες. Τo Κατωχώρι, τα Άνω Όστενα και τα Κάτω Όστενα είναι ιστορικοί οικισμοί στην ορεινή ενδοχώρα της κοιλάδας του Όφεως, του σημερινού Solaklı Vadisi. Μια εκδοχή για το τουρκικό όνομα αναφέρει ότι προέρχεται από το σώμα των «Σολάκ» (αριστεροί σωματοφύλακες των Γενιτσάρων) στους οποίους είχε παραχωρηθεί η περιοχή ως τιμάριο. __________ Το Κατωχώρι (ποντιακά: Κατωχώρ’ ή Καδαχόρ) είναι η σημερινή Τσαϊκάρα (Çaykara), η οποία αποτελεί πλέον τον κεντρικό ορεινό δήμο και περιφέρεια της επαρχίας Τραπεζούντας. Το όνομα «Κατωχώρι» (Kadahor στα τουρκικά έγγραφα της οθωμανικής περιόδου) δόθηκε επειδή ο οικισμός βρισκόταν χαμηλότερα σε σχέση με τους υπόλοιπους ορεινούς οικισμούς (τα Υψώματα ή Παρχάρια) της κοιλάδας. Τα Όστενα (ή Όστενα / Χόλενα) βρίσκονται ακόμα πιο ψηλά στην οροσειρά, ακολουθώντας την πορεία του ποταμού προς τις κορυφές των Ποντιακών Άλπεων (Όρη Σογανλί). Η ευρύτερη περιοχή των Οστένων αντιστοιχεί σήμερα κυρίως στον οικισμό Καράτσαμ (Karaçam),σε υψόμετρο περίπου 1.040 έως 1.100 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας και τις γύρω ορεινές κοινότητες του δήμου Τσαϊκάρα. Η σύνδεση του χωριού Köknar (Κάτω Όστενα) με το διπλανό χωριό Yukarı Ogene (σημερινό Karaçam ή Άνω Όστενα) είναι βαθιά ιστορική, γεωγραφική και πολιτισμική, καθώς για αιώνες αποτελούσαν ενιαία κοινότητα. Στα πρώτα οθωμανικά αρχεία η περιοχή καταγραφόταν ως ένας ενιαίος μεγάλος οικισμός με το όνομα Ogene (Όστενα/Ότσαινα). Λόγω της μεγάλης έκτασης της κοιλάδας, οικιστικά διαχωρίστηκαν αργότερα σε δύο διακριτά χωριά: Κάτω Όστενα / σημερινό Köknar) και Άνω Όστενα / σημερινό Karaçam). Τα ονόματα είναι εμπνευσμένα από τα δέντρα των δασών τους: το Κάτω χωριό ονομάστηκε Köknar (Έλατο) και το Άνω χωριό Karaçam (Μαύρο Πεύκο). Πρόκειται για παραδοσιακούς, απομονωμένους οικισμούς με έντονο ανάγλυφο, πυκνά δάση οξιάς και ελάτων, και παραδοσιακή αρχιτεκτονική με ξύλινα και πέτρινα σπίτια. Λόγω του υψομέτρου, οι κάτοικοι ασχολούνταν παραδοσιακά με την κτηνοτροφία και τη μετακίνηση στα ορεινά οροπέδια (yayla). Και τα δύο χωριά μοιράζονται την ίδια γλωσσική κληρονομιά. Είναι από τους ελάχιστους οικισμούς στον Πόντο όπου οι κάτοικοι (μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα πλέον) συνεχίζουν να μιλούν τη Ρωμαίικη διάλεκτο στην καθημερινότητά τους. Οι κάτοικοι των δύο χωριών διατηρούν στενές συγγενικές και κοινωνικές σχέσεις, ενώ μοιράζονται και τα γύρω οροπέδια για τη θερινή κτηνοτροφία τους. Σε αντίθεση με τα 9 αμιγώς χριστιανικά χωριά του Όφεως (όπως η Κρηνίτα και το Ζησινό) των οποίων οι κάτοικοι εκπατρίστηκαν στην Ελλάδα το 1923, οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι του Κατωχωρίου και των Οστένων παρέμειναν στις εστίες τους.