"ΤΟΥ ΚΥΡ ΒΟΡΙΑ" - (ή «Ο κυρ Βοριάς παράγγειλε»)
Βασίλης Μπούσιος - Ai studio
0:00 / 0:00
"ΤΟΥ ΚΥΡ ΒΟΡΙΑ" - (ή «Ο κυρ Βοριάς παράγγειλε»)
2 308 просмотров · 1 месяц назад
Βασίλης Μπούσιος - Ai studio
1,77 тыс. подписчиков
2 308 просмотров · 1 месяц назад
Υπέροχα ερμηνευμένο από την Αία με ηχόχρωμα Ανατολικής Θράκης, σε ενιρχήστρωση στο Ai studio μας από την αφεντιά μου.
Είναι ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα παραδοσιακά ελληνικά τραγούδια της θάλασσας, το οποίο συναντάται σε πολλές διαφορετικές παραλλαγές σε ολόκληρο τον ελληνισμό.
Στίχοι
Ο κυρ-Βοριάς παράγγειλε νούλω των καραβιώνε:
«Καράβια παρμενίζετε, κατέργα που κινάτε,
να σπρίσω κάμπους και βουνά, να κρυώσω κρυές βρυσούλες,
κι όσα βρω μεσοπέλαγος, στεριάς θε να τα ρίξω».
Κι όσα καράβια τά κουσαν, όλα λιμάνι πιάνουν,
του κυρ-Αντριά το κάτεργο μέσα βαθιά ρμενίζει.
«Δε σε φοβούμαι, κυρ-Βοριά, φυσήσεις δε φυσήσεις,
τ' έχω καράβ' από καρυά και τα κουπιά πυξάρι,
έχω κι αντένες μπρούντζινες κι ατσάλενα κατάρτια.
Έχω πανιά μεταξωτά, της Προύσας το μετάξι,
έχω και καραβόσχοινα από ξανθής μαλλάκια
κι έχω και ναύτες διάλεχτους, όλ' άντρες του πολέμου,
κι έχω κι ένα ναυτόπουλο, που τους καιρούς γνωρίζει,
κι εκεί που στήσω μια φορά την πλώρη δε γυρίζω».
«Ανέβα, βρε ναυτόπουλο, στο μεσιανό κατάρτι,
για να διαλέξεις τον καιρό, να ιδείς για τον αέρα».
Παιζογελώντας ανέβαινε, κλαιόντας κατεβαίνει.
«Το τι είδες, βρε ναυτόπουλο, αυτού ψηλά που πήγες;»
«Είδα τον ουρανό θολό και τ' άστρα ματωμένα,
είδα τη μπόρα π' άστραψε και το φεγγάρι εχάθη,
και στης Αττάλιας τα βουνά αστραχαλάζι πέφτει».
Ως τέ να ειπεί, να χαλοειπεί, να καλοκουβεντιάσει,
βαρειά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει,
άσπρογυαλίζ' η θάλασσα, σιουρίζουν τα κατάρτια.
Σκώνονται κύματα βουνά, χορεύει το καράβι,
σπηλιάδα τούρθε από τη μια, σπηλιάδα από την άλλη,
σπηλιάδα από τα πλάγια του κι εξεσανίδωσέ το.
Γιόμισ' η θάλασσα πανιά, το κύμα παλληκάρια,
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλλια πάγει.
Όλες οι μάνες κλαίγανε κι όλες παρηγοριούνται,
μα μια μανούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει.
Βάνει τις πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο,
πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα.
«Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
π' όπνιξες το παιδάκι μου, π' άλλο παιδί δεν έχω».
«Δε φταίω η δόλια θάλασσα, δε φταίω εγώ το κύμα,
μον' φταίει ο πρωτομάστορας που φτιάνει τα καράβια,
και τα πελέκαγε φτενά και τα γυρίζ' ο αέρας,
και χάνω τα καράβια μου που είναι δικά μ' στολίδια,
χάνω τα παλληκάρια μου, οπού με τραγουδούνε»