Перейти к содержимому

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΕΥΚΟΥ - ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

podilates

0:00 / 0:00

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΕΥΚΟΥ - ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

17 368 просмотров · 12 л. назад
podilates
198 подписчиков
17 368 просмотров · 12 л. назад
Η κατάρα του πεύκου του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940) Mέγαρο Μουσικής Αθηνών 2009 "ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ" Μουσική : Πασχάλης Τόνιος Ερμηνεύει : Πασχάλης Τόνιος Παιδική Χορωδία Τυπάλδου Αφήγηση : Πέμυ Ζούνη -Σταύρος Ζαλμάς Σκηνοθετική επιμέλεια : Μεγακλής Βιντιάδης Διεύθυνση: Ανδρέας Πυλαρινός Ορχήστρα ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΕΡΤ «Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο; Γιάννη, γιατί;» Αγέρας θα 'ναι, λέει ο Γιάννης και περπατεί. Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι βγάνει φωτιά. Να 'βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα, μια ρεματιά! Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο να ένα δεντρί... Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου, δροσιά να βρει. Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του και περπατεί! Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης, γιατί, γιατί; «Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;» «Στα δυο χωριά.» «Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου; Πολύ μακριά!» «Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω. Τι έφταιξα εγώ; Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει, γι' αυτό είμαι δω. Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες... για δυο, για τρεις... Ο νους μου σήμερα δε ξέρω, τ' είναι βαρύς». «Να μια βρυσούλα, πιες νεράκι να δροσιστείς». Σκύβει να πιει νερό στη βρύση, στερεύει ευθύς. Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες, φεύγει ο καιρός, Στον ίδιο δρόμο είν' ο Γιάννης, κι ας τρέχει εμπρός... Να το χινόπωρο, να οι μπόρες, μα πού κλαρί; Χτυπιέται ολόρθος με το χαλάζι, με τη βροχή. «Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο, το σπλαχνικό, που 'ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι και στο βοσκό;» Ο πεύκος μίλαε στον αέρα τ' ακούς, τ' ακούς;- και τραγουδούσε σα φλογέρα στους μπιστικούς. «Φρύγανο και κλαρί του πήρες και τις δροσιές Και το ρετσίνι του ποτάμι απ΄ τις πληγές. Σακάτης ήτανε κι ολόρθος, ως τη χρονιά, Που τον εγκρέμισες για ξύλα, Γιάννη φονιά!» «Τη χάρη σου ερημοκλησάκι, την προσκυνώ, Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα και να σταθώ... Η μάνα μου θα περιμένει κι έχω βοσκή... Κι είχα και τρύγο... Τι ώρα νάναι σαν τι εποχή; Ξεκίνησα το καλοκαίρι να στοχαστείς Κι ήρθε και μ' ήβρεν ο χειμώνας μεσοστρατίς. Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι! Πότε ήρθε; Πώς; Άγιε, σταμάτησε το λόγκο, που τρέχει εμπρός. Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω με τι καρδιά; Θέλω να πέσω να πεθάνω, εδώ κοντά.» Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι... βογκάει βαριά. Μακριά του στάθηκε το δάσος, πολύ μακριά. Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι, φωνή καμιά. Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο, στην ερημιά.-