Перейти к содержимому

Ηλεκτρικός Θησέας - Παύλος Σιδηρόπουλος, Μαρία Φωτίου

HomoExMachina

0:00 / 0:00

Ηλεκτρικός Θησέας - Παύλος Σιδηρόπουλος, Μαρία Φωτίου

5 826 просмотров · 5 л. назад
HomoExMachina
8,11 тыс. подписчиков
5 826 просмотров · 5 л. назад
Σύμβολο για τους αρχαίους Έλληνες ο Θησέας, μυθικός ήρωας της πόλης που την γλίτωσε απ’ τις μεγάλες της πληγές: τους ληστές που σκότωναν περαστικούς στον δρόμο προς αυτήν και κυρίως τον βαρύ φόρο αίματος που ήταν αναγκασμένη η Αθήνα να πληρώνει στον Μίνωα ως ταπείνωση για την ήττα στον μεταξύ τους πόλεμο. Σύμβολο, λοιπόν, ο ήρωας που παρέμεινε στο συλλογικό φαντασιακό. Ένα ον –οντότητα που σώζει την «Πόλη» με τη δύναμη και την τόλμη του. Μάλιστα κατά την ύψιστη αποστολή της απελευθέρωσης της πατρίδας του από την υποτέλεια στον ξένο ζυγό, χρειάστηκε και την απλή, μα καίρια, συμβολή της Αριάδνης για να μην χάσει τον δρόμο του και να βγει απ’ τον λαβύρινθο που μπήκε για ν’ αντιμετωπίσει το τέρας. Στο τραγούδι αυτό που μελοποίησε ο Γ. Μαρκόπουλος, σε στίχους Δ. Βάρου, για να ερμηνεύσουν οι Π. Σιδηρόπουλος και Μ. Φωτίου, ο Θησέας μοιάζει να είναι το σύμβολο που χρησιμοποιείται για να δοθεί μορφή στον ελληνικό λαό κι η Αριάδνη συνιστά τη μνήμη και την ψυχή του. Οι στίχοι προσδιορίζουν εξαρχής το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναφέρονται: τα χρόνια από το τέλος του Εμφυλίου κι έπειτα. Ο Θησέας σκιαγραφείται με τον επιθετικό προσδιορισμό «ηλεκτρικός» και θα μπορούσαμε να πούμε ότι το προσωνύμιο έχει να κάνει με τη δοτή ενέργεια με την οποία, στις μέρες αυτές, ο ήρωας κινείται. Ο ελληνικός λαός δε λειτουργεί αυτόνομα, «απαιτεί» μια έξωθεν ενέργεια για να δραστηριοποιηθεί. Κι επίσης βρίσκεται σε πηγάδι –εγκλωβισμένος θα λέγαμε σε συναισθηματική δομή που τον κλείνει έξω από τη ζωή και την πραγματικότητα. Και με τη μνήμη του σε σιωπή – αποτέλεσμα του κλεισίματος του νου– και κάποτε να προσπαθεί κάτι να πει, μα η απουσία ενεργής ζωής, το κλείσιμο έξω από τα γεγονότα έχουν κάνει τη δουλειά τους, ο νους βρίσκεται σε σύγχυση, δεν μπορεί να βγάλει άκρη. Κι όταν συμβεί να αντιληφθεί το κλουβί μες στο οποίο βρίσκεται, τότε τρελαίνεται. Το τραγούδι είναι καταγγελτικό για τον «Θησέα». Ναι μεν οι συνθήκες και οι δομές που τις δημιουργούν είναι τέτοιες που τον στερούν από την επαφή με τη δύναμή του, αλλά κι ο ίδιος έχει ευθύνη για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Έτσι, ενώ πλέον δε φαίνεται στον ορίζοντα κάποιο «καράβι με κάτασπρο πανί», εκείνος απλώς έχει μείνει «στο λιμάνι» να περιμένει κι ας έχει πια «μαραθεί η ανθοδέσμη», να υποδεχτεί ποιον; Μια φαντασίωση του εαυτού του νικητή; Δέχεται να ζει χωρίς προοπτική, απλώς σπαταλώντας τα χρόνια του, δε συγχρωτίζεται με την εσωτερική του φωνή για να μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Παίρνει όποιο δρόμο βρει μπροστά του, προσπαθώντας να ξεφύγει από το αδιέξοδο, με ολέθρια πάντα αποτελέσματα. Ζει τη ζωή του στο «σκοτάδι», ελλείψει ιδίας προοπτικής –ιδίας συλλογικής ταυτότητας εν προκειμένω, μιας και μιλάμε για τον λαό. Σκύβει στους αφέντες το κεφάλι και παρόλο που στις στιγμές που η αυτογνωσία του χτυπάει την πόρτα νιώθει τον πόνο της υποταγής, δεν ξεκουνιέται για ν’ αντισταθεί, περιμένει άλλοι ν’ αναλάβουν την ευθύνη να γίνει η αρχή. Αποτέλεσμα, τα όνειρα γίνονται ναυάγια, τα μυαλά σκουριάζουν, η ελπίδα –παρότι εμπόρευμα που πουλιέται– δε βρίσκεται, η δύναμη του λαού —εκείνη που πηγάζει από τα χέρια που εργάζονται— είναι καθηλωμένη στη χωρίς νόημα ρουτίνα. Κι οι στίχοι παλεύουν ν’ αφυπνίσουν την ιστορική μνήμη της γενναιότητας και το αίσθημα ευθύνης και λογοδοσίας απέναντι στη γενιά που έρχεται. Μιλούν για τον διάχυτο φόβο που φέρνει η ευθύνη στην κατάσταση αυτή, τον φόβο του «δε θα τα καταφέρω» και δίνουν συμβουλή-αντίδοτο στον λαό τη διαφύλαξη της έννοιας και του συναισθήματος που λέγεται «πατρίδα». Την πατρίδα ως πραγματική εμπειρία και βίωμα, όχι ως έναν φανταστικό τόπο αναζήτησης. Οι χίμαιρες είναι που φέρνουν τα δεινά και όχι οι υπαίτιοι που «δείχνονται» από εκείνους που έχουν συμφέρον να δημιουργούν αποδιοπομπαίους τράγους. Κι αν μπερδευτεί ο λαός στην προσπάθεια ν’ αρθρώσει λόγο, πρέπει να γίνει. Να μην περιμένει από πολιτικούς σωτήρες να τον ξεβαλτώσουν, να μην ξεπουλάει την ανάγκη του συνανήκειν στο να γίνεται οπαδός. Να δει το δηλητηριασμένο παρόν του και τυλίγοντας πίσω τον μίτο να βρει τις πηγές του εγκλωβισμού του, να δει κι ας ταραχτεί η τεχνητή ησυχία του. Να δει με υπομονή και διάθεση γιατρειάς, όχι να κλείνουν οι πληγές όπως-όπως, ίσα για να καλύπτονται στην καθημερινότητα και μ’ ένα εύκολο ξεπούλημα «στα ιερά και στα όσια». Με το να κλαίγεται μόνο, απλώς πνίγει την αλήθεια πριν ειπωθεί. Να το καταλάβει ότι τα «καταφύγιά» του δεν είναι παρά η φυλακή όλης της γενιάς που μεγάλωσε την εποχή που σκιαγραφούν οι στίχοι. Μια γενιά που δήθεν επαναστάτησε. Μια γενιά που κοροϊδεύτηκε με κενά σύμβολα, ιδέες που δεν ήταν δικές της, αφέθηκε σε πλύση εγκεφάλου από τα ΜΜΕ, πουλήθηκε στον καταναλωτισμό σε κάθε πτυχή της ζωής, βούλιαξε στο ψέμα και στις αυταπάτες της, έχτισε με τα λάθη της το πηγάδι που την έκλεισε. Βρες την ελπίδα, δες μέσα στα σκοτάδια της ιστορίας σου, πάψε να γυρεύεις αυταπάτες δύναμης, δέξου την πραγματικότητα της ισχνής σου ύπαρξης, αποφάσισε: θα κλειστείς στο μίζερο εγώ ή θα αναπολήσεις τη φωτιά που κάποτε σε έβγαλε στον δρόμο….ελληνικέ λαέ;